Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Summer
01
καλοκαίρι, θερινή εποχή
the season that comes after spring and in most countries summer is the warmest season
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Summer is the season for outdoor concerts and festivals.
Το καλοκαίρι είναι η εποχή για συναυλίες και φεστιβάλ υπαίθρου.
02
ακμή, άνθιση
the period of finest development, happiness, or beauty
03
επιστύλιο τζακιού, δοκός εστίας
the horizontal beam or lintel that spans the opening of a fireplace or hearth, providing support for the masonry above and helping to direct the flow of smoke
to summer
01
περνώ το καλοκαίρι, καλοκαιριάζω
spend the summer
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
summer
γ΄ ενικό πρόσωπο
summers
ενεστώτα μετοχή
summering
απλός αόριστος
summered
παθητική μετοχή
summered
Λεξικό Δέντρο
summerize
summery
summer



























