sumac
su
ˈsu:
soo
mac
mæk
māk
shumac

Ορισμός και σημασία του "sumac"στα αγγλικά

01

σουμάκι, σουμάκι (ένα μπαχαρικό φτιαγμένο από τα αποξηραμένα και αλεσμένα μούρα του φυτού σουμάκι

a spice made from the dried and ground berries of the sumac plant, known for its tangy and lemony flavor 
sumac definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
I invited my friends over for a barbecue and surprised them with sumac-marinated kebabs. 

Προσκάλεσα τους φίλους μου σε ένα μπάρμπεκιου και τους εξέπληξα με κεμπάπ μαριναρισμένα σε σουμάκι.

02

ξύλο σουμάκι, σουμάκι (ξύλο)

wood of a sumac 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store