Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sumac
01
σουμάκι, σουμάκι (ένα μπαχαρικό φτιαγμένο από τα αποξηραμένα και αλεσμένα μούρα του φυτού σουμάκι
a spice made from the dried and ground berries of the sumac plant, known for its tangy and lemony flavor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
I invited my friends over for a barbecue and surprised them with sumac-marinated kebabs.
Προσκάλεσα τους φίλους μου σε ένα μπάρμπεκιου και τους εξέπληξα με κεμπάπ μαριναρισμένα σε σουμάκι.
02
ξύλο σουμάκι, σουμάκι (ξύλο)
wood of a sumac



























