betrothal
Pronunciation
/bɪtɹˈoʊðəl/

Ορισμός και σημασία του "betrothal"στα αγγλικά

01

αρραβώνας, υπόσχεση γάμου

the act of becoming betrothed or engaged
betrothal definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

αρραβώνας, υπόσχεση γάμου

a mutual promise to marry
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store