Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to betroth
01
αρραβωνιάζω, υποσχέομαι γάμο
to promise to marry someone, typically with a formal ceremony or agreement, often involving the exchange of rings
Transitive: to betroth sb | to betroth to sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
betroth
γ΄ ενικό πρόσωπο
betroths
ενεστώτα μετοχή
betrothing
απλός αόριστος
betrothed
παθητική μετοχή
betrothed
Παραδείγματα
In many cultures, couples are betrothed during traditional engagement ceremonies.
Σε πολλούς πολιτισμούς, τα ζευγάρια αρραβωνιάζονται κατά τις παραδοσιακές τελετές αρραβώνα.



























