Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bethink
01
θυμάμαι, σκέφτομαι
cause oneself to consider something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bethink
γ΄ ενικό πρόσωπο
bethinks
ενεστώτα μετοχή
bethinking
απλός αόριστος
bethought
παθητική μετοχή
bethought
02
σκέφτομαι, αναλογίζομαι
consider or ponder something carefully



























