to bethink
Pronunciation
/bɪˈθɪŋk/

Ορισμός και σημασία του "bethink"στα αγγλικά

to bethink
01

θυμάμαι, σκέφτομαι

cause oneself to consider something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bethink
γ΄ ενικό πρόσωπο
bethinks
ενεστώτα μετοχή
bethinking
απλός αόριστος
bethought
παθητική μετοχή
bethought
02

σκέφτομαι, αναλογίζομαι

consider or ponder something carefully
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store