Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Suds
01
αφρός, αφρός σαπουνιού
the froth produced by soaps or detergents
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
plural
not gender specific
02
αφρός, μπύρα
a dysphemism for beer (especially for lager that effervesces)
to suds
01
αφρίζω, κάνω αφρό
to form a mass of soapy bubbles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
suds
γ΄ ενικό πρόσωπο
sudses
ενεστώτα μετοχή
sudsing
απλός αόριστος
sudsed
παθητική μετοχή
sudsed
02
πλένω με αφρό, καθαρίζω με φυσαλίδες
wash in suds
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
sudsy
suds



























