subterfuge
sub
ˈsʌb
sab
ter
fuge
ˌfju:dʒ
fyoodzh

Ορισμός και σημασία του "subterfuge"στα αγγλικά

01

προσχήμα, δόλος

the use of deceptive methods or devices to achieve something 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
subterfuges
Παραδείγματα
The spy used subterfuge to gain access to confidential information without being detected. 

Ο κατάσκοπος χρησιμοποίησε προσποίηση για να αποκτήσει πρόσβαση σε εμπιστευτικές πληροφορίες χωρίς να ανιχνευθεί.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store