to subsume
sub
səb
sēb
sume
ˈsju:m
syoom

Ορισμός και σημασία του "subsume"στα αγγλικά

to subsume
01

περιλαμβάνω, εμπεριέχω

to include something within a larger category or idea 
Transitive: to subsume sth
to subsume definition and meaning
Παραδείγματα
The theory of relativity subsumes Newtonian mechanics, as it encompasses and extends its principles. 

Η θεωρία της σχετικότητας περιλαμβάνει τη Νευτώνεια μηχανική, καθώς περιλαμβάνει και επεκτείνει τις αρχές της.

02

περιλαμβάνω, εμπεριέχω

to include or categorize something as part of a larger principle, rule, or concept 
Transitive: to subsume sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
subsume
γ΄ ενικό πρόσωπο
subsumes
ενεστώτα μετοχή
subsuming
απλός αόριστος
subsumed
παθητική μετοχή
subsumed
Παραδείγματα
The event was subsumed into the general policy on workplace safety. 

Η εκδήλωση περιλήφθηκε στη γενική πολιτική για την ασφάλεια στον χώρο εργασίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store