Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to subsume
01
περιλαμβάνω, εμπεριέχω
to include something within a larger category or idea
Transitive: to subsume sth
Παραδείγματα
The umbrella term ' music ' subsumes a wide range of genres, styles, and forms of artistic expression.
Ο γενικός όρος 'μουσική' περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα ειδών, στυλ και μορφών καλλιτεχνικής έκφρασης.
02
περιλαμβάνω, εμπεριέχω
to include or categorize something as part of a larger principle, rule, or concept
Transitive: to subsume sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
subsume
γ΄ ενικό πρόσωπο
subsumes
ενεστώτα μετοχή
subsuming
απλός αόριστος
subsumed
παθητική μετοχή
subsumed
Παραδείγματα
The exceptions were subsumed by the general rule governing the process.
Οι εξαιρέσεις υποχωρήθηκαν από τον γενικό κανόνα που διέπει τη διαδικασία.



























