Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to subsume
01
περιλαμβάνω, εμπεριέχω
to include something within a larger category or idea
Transitive: to subsume sth
Παραδείγματα
The theory of relativity subsumes Newtonian mechanics, as it encompasses and extends its principles.
Η θεωρία της σχετικότητας περιλαμβάνει τη Νευτώνεια μηχανική, καθώς περιλαμβάνει και επεκτείνει τις αρχές της.
02
περιλαμβάνω, εμπεριέχω
to include or categorize something as part of a larger principle, rule, or concept
Transitive: to subsume sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
subsume
γ΄ ενικό πρόσωπο
subsumes
ενεστώτα μετοχή
subsuming
απλός αόριστος
subsumed
παθητική μετοχή
subsumed
Παραδείγματα
The event was subsumed into the general policy on workplace safety.
Η εκδήλωση περιλήφθηκε στη γενική πολιτική για την ασφάλεια στον χώρο εργασίας.



























