Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Substance abuser
01
ναρκωμανής, χρήστης ναρκωτικών
a person who takes drugs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
substance abusers
LanGeek



























