subsoil
sub
ˈsʌb
sab
soil
sɔɪl
soyl

Ορισμός και σημασία του "subsoil"στα αγγλικά

01

υπέδαφος, κατώτερο στρώμα εδάφους

the layer of soil between the topsoil and bedrock 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store