Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sublimate
01
εξαχνώνω, υποστώ εξάχνωση
to vaporize and then immediately condense again into a solid form
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sublimate
γ΄ ενικό πρόσωπο
sublimates
ενεστώτα μετοχή
sublimating
απλός αόριστος
sublimated
παθητική μετοχή
sublimated
Παραδείγματα
The iodine crystals sublimated and reformed on the cooler surface.
Οι κρύσταλλοι ιωδίου εξαχνώθηκαν και ανασχηματίστηκαν στην ψυχρότερη επιφάνεια.
02
υψώνω, εξευγενίζω
to make something more refined or elevated
Παραδείγματα
The artist sublimated raw emotion into elegant form.
Ο καλλιτέχνης εξύψωσε το ακατέργαστο συναίσθημα σε κομψή μορφή.
03
εξαχνώνω, εξαχνώνομαι
to cause a solid to change directly into a gas without passing through the liquid phase
Παραδείγματα
Heat will sublimate the dry ice directly into a gas.
Η θερμότητα θα υψώσει τον ξηρό πάγο απευθείας σε αέριο.
Sublimate
01
εξαχνωμένο, προϊόν εξάχνωσης
the product of vaporization of a solid
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sublimates
sublimate
01
εξυγιασμένος, καθαρισμένος
made pure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sublimate
συγκριτικός βαθμός
more sublimate
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
sublimated
sublimation
sublimate
sublime



























