to sublimate
Pronunciation
/sˈʌblᵻmˌeɪt/

Ορισμός και σημασία του "sublimate"στα αγγλικά

to sublimate
01

εξαχνώνω, υποστώ εξάχνωση

to vaporize and then immediately condense again into a solid form
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sublimate
γ΄ ενικό πρόσωπο
sublimates
ενεστώτα μετοχή
sublimating
απλός αόριστος
sublimated
παθητική μετοχή
sublimated
Παραδείγματα
The scientist collected the purified material that had sublimated.
Ο επιστήμονας συγκέντρωσε το καθαρισμένο υλικό που είχε εξαχνώσει.
02

υψώνω, εξευγενίζω

to make something more refined or elevated
Παραδείγματα
The film sublimates brutality into beauty.
Η ταινία εξυψώνει τη βιαιότητα σε ομορφιά.
03

εξαχνώνω, εξαχνώνομαι

to cause a solid to change directly into a gas without passing through the liquid phase
Παραδείγματα
The intense sunlight sublimated the frost on the mountain peaks.
Το έντονο ηλιακό φως εξαχνώθηκε ο πάγος στις κορυφές των βουνών.
01

εξαχνωμένο, προϊόν εξάχνωσης

the product of vaporization of a solid
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sublimates
01

εξυγιασμένος, καθαρισμένος

made pure
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most sublimate
συγκριτικός βαθμός
more sublimate
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store