subjection
Pronunciation
/sʌbdʒˈɛkʃən/

Ορισμός και σημασία του "subjection"στα αγγλικά

01

υποταγή, καταπίεση

the process of forcing something or someone under one's control
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The rebellion was crushed, resulting in the subjection of the insurgent forces.
Η εξέγερση καταπνίγηκε, με αποτέλεσμα την υποταγή των επαναστατικών δυνάμεων.
02

υποταγή, υποδούλωση

the condition of being under the authority or control of an external force such as another country
Παραδείγματα
The oppressive regime maintained subjection through fear and intimidation, stifling dissent.
Το καταπιεστικό καθεστώς διατήρησε την υποταγή μέσω του φόβου και της εκφοβισμού, καταπνίγοντας τη διαφωνία.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store