subjection
sub
səb
σαμπ
jec
ˈʤɛk
τζεκ
tion
ʃən
σαν
subsectionsubductionsubjunction

Ορισμός και σημασία του "subjection"στα αγγλικά

01

υποταγή, καταπίεση

the process of forcing something or someone under one's control 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
subjections
Παραδείγματα
The army's subjection of the enemy territory was swift and decisive. 

Η υποταγή της εχθρικής επικράτειας από τον στρατό ήταν γρήγορη και αποφασιστική.

02

υποταγή, υποδούλωση

the condition of being under the authority or control of an external force such as another country 
Παραδείγματα
Under the subjection of a strict ruler, the citizens had to follow rigid rules and regulations. 

Υπό την υποταγή ενός αυστηρού ηγέτη, οι πολίτες έπρεπε να ακολουθούν αυστηρούς κανόνες και κανονισμούς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

subjection
subject
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store