Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Subject area
01
πεδίο μελέτης, πειθαρχικός τομέας
a branch of knowledge
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
subject areas
LanGeek



























