Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sty
01
χοιροστάσιο, μικρός κλειστός χώρος για γουρούνια
a small, enclosed area where pigs are kept
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sties
02
κριθαράκι, χαλάζιο
an infection of the sebaceous gland of the eyelid
LanGeek



























