stun gun
stun
stʌn
stan
gun
gʌn
gan
/stˈʌn ɡˈʌn/

Ορισμός και σημασία του "stun gun"στα αγγλικά

01

ηλεκτροσόκ, ηλεκτρικό πιστόλι

a device that temporarily incapacitates a person by delivering an electric shock without killing them
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stun guns
Παραδείγματα
The attacker was subdued with a stun gun.
Ο επιτιθέμενος καταστάλθηκε με ένα ηλεκτροσόκ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store