stuffed
stuffed
stəft
σταφτ
/stˈʌft/

Ορισμός και σημασία του "stuffed"στα αγγλικά

01

γεμάτος, χορτασμένος

feeling very full or overeaten, as if one has eaten too much food
stuffed definition and meaning
Παραδείγματα
Even the smell of food made her nauseous, she was that stuffed.
Ακόμη και η μυρωδιά του φαγητού της προκαλούσε ναυτία, ήταν τόσο γεμάτη.
02

γεμάτος, στουμπωμένος

completely full of something
Παραδείγματα
The stuffed suitcase barely zipped shut.
Η γεμάτη βαλίτσα κλείνει μόλις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store