Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stuffed
01
γεμάτος, χορτασμένος
feeling very full or overeaten, as if one has eaten too much food
Παραδείγματα
Even the smell of food made her nauseous, she was that stuffed.
Ακόμη και η μυρωδιά του φαγητού της προκαλούσε ναυτία, ήταν τόσο γεμάτη.
02
γεμάτος, στουμπωμένος
completely full of something
Παραδείγματα
The stuffed suitcase barely zipped shut.
Η γεμάτη βαλίτσα κλείνει μόλις.
Λεξικό Δέντρο
overstuffed
stuffed
stuff



























