Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Studying
01
μελέτη, μάθηση
reading carefully with intent to remember
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
studyings
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
studying
study



























