Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Study hall
01
αίθουσα μελέτης, επιτηρούμενη μελέτη
a designated space within a school where students can work on homework or study independently under supervision
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
study halls
Παραδείγματα
The study hall provided a quiet environment for students to concentrate on their assignments and readings.
Η αίθουσα μελέτης παρείχε ένα ήρεμο περιβάλλον για τους μαθητές να συγκεντρωθούν στις εργασίες και τις αναγνώσεις τους.
02
αίθουσα μελέτης, ώρα μελέτης
a specific time during the school day when students have the opportunity to work on homework or study independently under supervision
Παραδείγματα
Students used the study hall period to review notes and prepare for the upcoming exam.
Οι μαθητές χρησιμοποίησαν την περίοδο της αίθουσας μελέτης για να επανεξετάσουν σημειώσεις και να προετοιμαστούν για την επερχόμενη εξέταση.



























