Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
string instrument
/stɹˈɪŋ ˈɪnstɹəmənt/
stringed instrument
String instrument
01
έγχορδο όργανο, χορδόφωνο
any musical instruments that can produce sound when its strings are touched or struck
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
string instruments
Παραδείγματα
Traditional bluegrass music often includes the banjo, a lively and resonant string instrument.
Η παραδοσιακή μουσική bluegrass συχνά περιλαμβάνει το μπάντζο, ένα ζωηρό και ηχηρό κρουστό όργανο.



























