Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to strike back
01
αντεπιτίθεμαι, ανταποδίδω
to make a counterattack, often responding with similar force or action, especially in response to harm or wrongdoing
Intransitive: to strike back | to strike back against a wrongdoing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
back
βασικό ρήμα
strike
ενεστώτας
strike back
γ΄ ενικό πρόσωπο
strikes back
ενεστώτα μετοχή
striking back
απλός αόριστος
struck back
παθητική μετοχή
struck back
Παραδείγματα
The superhero vowed to strike back against the villain's evil plans to save the city.
Ο υπερήρωας ορκίστηκε να ανταποδώσει στα κακά σχέδια του κακοποιού για να σώσει την πόλη.



























