Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stretch out
01
τεντώνω, επεκτείνω
to extend something to its full extent
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
stretch
ενεστώτας
stretch out
γ΄ ενικό πρόσωπο
stretches out
ενεστώτα μετοχή
stretching out
απλός αόριστος
stretched out
παθητική μετοχή
stretched out
Παραδείγματα
She stretched the rope out to its maximum length to secure the boat.
Τέντωσε το σχοινί στο μέγιστο μήκος του για να ασφαλίσει τη βάρκα.
02
τεντώνομαι, χαλαρώνω
to extend the body to relax
Παραδείγματα
After a long day at work, she loves to stretch out on the sofa and unwind.
Μετά από μια μακριά μέρα στη δουλειά, της αρέσει να απλώνεται στον καναπέ και να χαλαρώνει.
03
εκτείνομαι, επεκτείνομαι
(of an area or land) to extend over a significant distance
Παραδείγματα
The mountain range stretches out across multiple states.
Η οροσειρά εκτείνεται σε πολλές πολιτείες.



























