stretch mark
stretch
strɛʧ
strech
mark
mɑ:k
maak

Ορισμός και σημασία του "stretch mark"στα αγγλικά

01

ραγάδα, ραγή

a line on the skin caused by rapid stretching, often during pregnancy or growth 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stretch marks
Παραδείγματα
She noticed stretch marks on her belly after giving birth. 

Παρατήρησε κηλίδες στην κοιλιά της μετά τον τοκετό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store