streetlight
street
ˈstri:t
strit
light
laɪt
lait

Ορισμός και σημασία του "streetlight"στα αγγλικά

01

φανάρι δρόμου, στύλος φωτισμού

a tall light that is placed along the side of a road or street to help people see better when it is dark outside 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
streetlights
Παραδείγματα
The streetlight flickered during the storm. 

Ο φανός του δρόμου τρεμοπαίζει κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store