street sweeper
Pronunciation
/stɹˈiːt swˈiːpɚ/

Ορισμός και σημασία του "street sweeper"στα αγγλικά

Street sweeper
01

καθαριστής δρόμων, σαραντάρωνας

a person whose job is to clean streets by removing litter, leaves, and debris, usually using a broom, cart, or hand tools
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
street sweepers
Παραδείγματα
He got a job as a street sweeper with the city's public works department.
Βρήκε δουλειά ως σκουπίδιαρος στο τμήμα δημοσίων έργων της πόλης.
02

καθαριστής δρόμων, μηχανή σκούπισης δρόμων

a vehicle equipped with brushes and vacuums used to clean streets by removing dirt, leaves, and debris from the road surface
Παραδείγματα
Modern street sweepers can clean gutters and sidewalks too.
Οι μοντέρνες μηχανές σκούπισης δρόμων μπορούν να καθαρίσουν και υδρορροές και πεζοδρόμια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store