Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Street sweeper
01
καθαριστής δρόμων, σαραντάρωνας
a person whose job is to clean streets by removing litter, leaves, and debris, usually using a broom, cart, or hand tools
Παραδείγματα
He got a job as a street sweeper with the city's public works department.
Βρήκε δουλειά ως σκουπίδιαρος στο τμήμα δημοσίων έργων της πόλης.
02
καθαριστής δρόμων, μηχανή σκούπισης δρόμων
a vehicle equipped with brushes and vacuums used to clean streets by removing dirt, leaves, and debris from the road surface
Παραδείγματα
Modern street sweepers can clean gutters and sidewalks too.
Οι μοντέρνες μηχανές σκούπισης δρόμων μπορούν να καθαρίσουν και υδρορροές και πεζοδρόμια.



























