street cred
Pronunciation
/stɹˈiːt kɹˈɛd/

Ορισμός και σημασία του "street cred"στα αγγλικά

01

αξιοπιστία του δρόμου, αξιοπιστία στον δρόμο

respect or credibility among peers in urban settings, especially in hip-hop or street culture
slang
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He will gain street cred once people see he can handle himself.
Θα κερδίσει street cred μόλις οι άνθρωποι δουν ότι μπορεί να φροντίσει τον εαυτό του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store