to streamline
stream
ˈstri:m
strim
line
laɪn
lain

Ορισμός και σημασία του "streamline"στα αγγλικά

to streamline
01

απλοποιώ, βελτιστοποιώ

to simplify or improve efficiency in a process, system, or organization by removing unnecessary steps or optimizing resources 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
streamline
γ΄ ενικό πρόσωπο
streamlines
ενεστώτα μετοχή
streamlining
απλός αόριστος
streamlined
παθητική μετοχή
streamlined
Παραδείγματα
The company streamlined its production process to reduce manufacturing costs. 

Η εταιρεία βελτίωσε τη διαδικασία παραγωγής της για να μειώσει το κόστος κατασκευής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store