Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to streamline
01
απλοποιώ, βελτιστοποιώ
to simplify or improve efficiency in a process, system, or organization by removing unnecessary steps or optimizing resources
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
streamline
γ΄ ενικό πρόσωπο
streamlines
ενεστώτα μετοχή
streamlining
απλός αόριστος
streamlined
παθητική μετοχή
streamlined
Παραδείγματα
The company streamlined its production process to reduce manufacturing costs.
Η εταιρεία βελτίωσε τη διαδικασία παραγωγής της για να μειώσει το κόστος κατασκευής.
Λεξικό Δέντρο
streamlined
streamliner
streamline
stream
line



























