to streamline
Pronunciation
/ˈstɹimˌɫaɪn/

Ορισμός και σημασία του "streamline"στα αγγλικά

to streamline
01

απλοποιώ, βελτιστοποιώ

to simplify or improve efficiency in a process, system, or organization by removing unnecessary steps or optimizing resources
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
streamline
γ΄ ενικό πρόσωπο
streamlines
ενεστώτα μετοχή
streamlining
απλός αόριστος
streamlined
παθητική μετοχή
streamlined
Παραδείγματα
Streamlining communication channels between departments enhanced collaboration and productivity.
Η απλοποίηση των καναλιών επικοινωνίας μεταξύ των τμημάτων ενίσχυσε τη συνεργασία και την παραγωγικότητα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store