Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to streamline
01
απλοποιώ, βελτιστοποιώ
to simplify or improve efficiency in a process, system, or organization by removing unnecessary steps or optimizing resources
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
streamline
γ΄ ενικό πρόσωπο
streamlines
ενεστώτα μετοχή
streamlining
απλός αόριστος
streamlined
παθητική μετοχή
streamlined
Παραδείγματα
Streamlining communication channels between departments enhanced collaboration and productivity.
Η απλοποίηση των καναλιών επικοινωνίας μεταξύ των τμημάτων ενίσχυσε τη συνεργασία και την παραγωγικότητα.
Λεξικό Δέντρο
streamlined
streamliner
streamline
stream
line



























