streamlet
stream
ˈstri:m
στριμ
let
lɪt
λιτ

Ορισμός και σημασία του "streamlet"στα αγγλικά

01

ρευματάκι, μικρό ποτάμι

a small stream or brook, typically characterized by its narrow size 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
streamlets
Παραδείγματα
The children delighted in playing by the streamlet, skipping stones and searching for tadpoles. 

Τα παιδιά χαρούνταν να παίζουν δίπλα στο ρυάκι, πετώντας πέτρες και ψάχνοντας γυρίνους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

streamlet
stream
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store