streamlet
Pronunciation
/stɹˈiːmlət/

Ορισμός και σημασία του "streamlet"στα αγγλικά

01

ρευματάκι, μικρό ποτάμι

a small stream or brook, typically characterized by its narrow size
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
streamlets
Παραδείγματα
Wildflowers flourished along the banks of the streamlet, adding splashes of color to the landscape.
Τα αγριολούλουδα άνθισαν κατά μήκος των όχθων του ρευματάκι, προσθέτοντας πινελιές χρώματος στο τοπίο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store