Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Streamlet
01
ρευματάκι, μικρό ποτάμι
a small stream or brook, typically characterized by its narrow size
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
streamlets
Παραδείγματα
The children delighted in playing by the streamlet, skipping stones and searching for tadpoles.
Τα παιδιά χαρούνταν να παίζουν δίπλα στο ρυάκι, πετώντας πέτρες και ψάχνοντας γυρίνους.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
streamlet
stream



























