stoutness
stout
ˈstaʊt
stawt
ness
nəs
nēs
devoutness

Ορισμός και σημασία του "stoutness"στα αγγλικά

01

παχυσαρκία, υπερβολική παχύτητα

the property of excessive fatness 
stoutness definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stoutnesses
02

στερεότητα, αποφασιστικότητα

the property of being strong and resolute 

Λεξικό Δέντρο

stoutness
stout
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store