Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Storm door
01
πόρτα θύελλας, εξωτερική προστατευτική πόρτα
an extra outer door for protection against severe weather or winter
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
storm doors
LanGeek



























