Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Storm cloud
01
σύννεφο καταιγίδας, καταιγιδώδες σύννεφο
a dark cloud that forms in the sky and brings rain, thunder, and lightning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
storm clouds
Παραδείγματα
We had to postpone the outdoor event because of approaching storm clouds.
Έπρεπε να αναβάλουμε την υπαίθρια εκδήλωση λόγω των επερχόμενων καταιγιδωτών νεφών.



























