Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Storey
01
όροφος, επίπεδο
a level of a building, usually above ground, where people live or work
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
storeys
Παραδείγματα
The office is located on the third storey of the building.
Το γραφείο βρίσκεται στον τρίτο όροφο του κτιρίου.



























