storekeeper
Pronunciation
/ˈstɔɹˌkipɝ/

Ορισμός και σημασία του "storekeeper"στα αγγλικά

01

έμπορος, διαχειριστής καταστήματος

a merchant who owns or manages a shop
storekeeper definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
storekeepers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store