Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Store
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stores
Παραδείγματα
He always forgets something at the grocery store.
Πάντα ξεχνάει κάτι στο κατάστημα παντοπωλείου.
02
κατάστημα, αποθήκη
a depository for goods
03
απόθεμα, προμήθεια
a supply of something available for future use
04
μνήμη, συσκευή αποθήκευσης
an electronic memory device
05
κατάστημα, πολυκατάστημα
a large shop that sells many different things
Dialect
British
to store
01
αποθηκεύω, φυλάσσω
to keep something in a particular place for later use, typically in a systematic or organized manner
Transitive: to store sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
store
γ΄ ενικό πρόσωπο
stores
ενεστώτα μετοχή
storing
απλός αόριστος
stored
παθητική μετοχή
stored
Παραδείγματα
She stored her winter clothes in a box in the attic during the summer months.
Αυτή αποθήκευσε τα χειμωνιάτικα ρούχα της σε ένα κουτί στη σοφίτα κατά τους θερινούς μήνες.
02
αποθηκεύω, συσσωρεύω
to save something for future use
Transitive: to store a resource
Παραδείγματα
Batteries store electricity for use when the power goes out.
Οι μπαταρίες αποθηκεύουν ηλεκτρισμό για χρήση όταν σβήσει η λειτουργία.
03
αποθηκεύω, φυλάσσω
to save or keep data on an electronic device so it can be accessed later
Transitive: to store data
Παραδείγματα
You can store your photos on the cloud.
Μπορείτε να αποθηκεύσετε τις φωτογραφίες σας στο σύννεφο.
04
αποθηκεύω, κρατώ
to keep information in the mind so it can be remembered or used later
Παραδείγματα
The brain stores memories of childhood events.
Ο εγκέφαλος αποθηκεύει αναμνήσεις από γεγονότα της παιδικής ηλικίας.
Λεξικό Δέντρο
storage
store



























