Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to beseech
01
ικετεύω, παρακαλώ θερμά
to sincerely and desperately ask for something
Transitive: to beseech sb
Ditransitive: to beseech sb to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
beseech
γ΄ ενικό πρόσωπο
beseeches
ενεστώτα μετοχή
beseeching
απλός αόριστος
besought
παθητική μετοχή
besought
Παραδείγματα
I beseech you, lend me your ears and listen to my heartfelt plea for assistance.
Σας ικετεύω, δανείστε μου τα αυτιά σας και ακούστε την ειλικρινή μου παράκληση για βοήθεια.
Λεξικό Δέντρο
beseeching
beseech



























