Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stoppage
01
διακοπή, παύση
the act of stopping something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stoppages
02
φραγμός, εμπόδιο
an obstruction in a pipe or tube
03
διακοπή, παύση
the state of inactivity following an interruption
04
διακοπή, σταμάτημα
the situation where the referee ends the fight early due to one boxer's inability to continue safely
Παραδείγματα
The fight ended in a stoppage in the third round.
Ο αγώνας έληξε με διακοπή στον τρίτο γύρο.
Λεξικό Δέντρο
stoppage
stop



























