Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stop over
01
κάνω στάση, σταματώ για λίγο
to make a brief stop in the course of a journey, usually as a break
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
stop
ενεστώτας
stop over
γ΄ ενικό πρόσωπο
stops over
ενεστώτα μετοχή
stopping over
απλός αόριστος
stopped over
παθητική μετοχή
stopped over
Παραδείγματα
The flight attendant announced that the plane would stop over in Atlanta before reaching the final destination.
Ο αεροσυνοδός ανακοίνωσε ότι το αεροπλάνο θα κάνει μια στάση στην Ατλάντα πριν φτάσει στον τελικό προορισμό.
02
κάνω στάση για μια νύχτα, σταματώ για μια νύχτα
to temporarily stay at a place for one night or a few nights while on road to another destination
Παραδείγματα
We decided to stop over in Paris for a night before continuing our journey to Rome.
Αποφασίσαμε να κάνουμε στάση στο Παρίσι για μια νύχτα πριν συνεχίσουμε το ταξίδι μας προς τη Ρώμη.



























