Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stop over
[phrase form: stop]
01
κάνω στάση, σταματώ για λίγο
to make a brief stop in the course of a journey, usually as a break
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
stop
ενεστώτας
stop over
γ΄ ενικό πρόσωπο
stops over
ενεστώτα μετοχή
stopping over
απλός αόριστος
stopped over
παθητική μετοχή
stopped over
Παραδείγματα
On our way to the mountains, we will stop over at a local café to grab some coffee.
Στο δρόμο μας προς τα βουνά, θα κάνουμε στάση σε ένα τοπικό καφέ για να πάρουμε καφέ.
02
κάνω στάση για μια νύχτα, σταματώ για μια νύχτα
to temporarily stay at a place for one night or a few nights while on road to another destination
Παραδείγματα
Travelers who stop over in Munich can explore the city's historic landmarks and enjoy its renowned beer gardens.
Οι ταξιδιώτες που κάνουν στάση στο Μόναχο μπορούν να εξερευνήσουν τα ιστορικά αξιοθέατα της πόλης και να απολαύσουν τα διάσημα biergarten της.



























