berry
be
ˈbɛ
be
rry
ri
ri
bercybeeryburry

Ορισμός και σημασία του "berry"στα αγγλικά

01

μούρο, δασικός καρπός

a juicy small fruit with no pit, which grows on a bush 
berry definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
berries
Παραδείγματα
Dried berries are convenient and provide a satisfying chewy texture. 

Τα αποξηραμένα μούρα είναι βολικά και προσφέρουν μια ικανοποιητική μασητική υφή.

02

μούρο, είδος φρούτου με σπόρους μέσα σε σαρκώδες περικάρπιο

(botany) any of the type of fruits that has its seeds within a fleshy pericarp 
to berry
01

μάζεμα μούρων, συλλογή μούρων

pick or gather berries 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
berry
γ΄ ενικό πρόσωπο
berries
ενεστώτα μετοχή
berrying
απλός αόριστος
berried
παθητική μετοχή
berried
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store