stoned
Pronunciation
/ˈstoʊnd/

Ορισμός και σημασία του "stoned"στα αγγλικά

01

στουρνάρης, μεθυσμένος

feeling or acting unusually different due to the influence of alcohol, marijuana, etc.
stoned definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stoned
συγκριτικός βαθμός
more stoned
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The actor admitted to being stoned during the filming of several scenes, attributing it to the pressures of fame and stress.
Ο ηθοποιός παραδέχτηκε ότι ήταν στουκωμένος κατά τη διάρκεια της γυρίσματος πολλών σκηνών, αποδίδοντας το στις πιέσεις της φήμης και του άγχους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store