Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stoned
01
στουρνάρης, μεθυσμένος
feeling or acting unusually different due to the influence of alcohol, marijuana, etc.
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stoned
συγκριτικός βαθμός
more stoned
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The actor admitted to being stoned during the filming of several scenes, attributing it to the pressures of fame and stress.
Ο ηθοποιός παραδέχτηκε ότι ήταν στουκωμένος κατά τη διάρκεια της γυρίσματος πολλών σκηνών, αποδίδοντας το στις πιέσεις της φήμης και του άγχους.
Λεξικό Δέντρο
stoned
stone



























