Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stolid
01
ατάραχος, απαθής
staying calm and displaying little or no interest or emotions
Παραδείγματα
She sat there with a stolid expression, unaffected by the excitement around her.
Κάθισε εκεί με μια ατάραχη έκφραση, ανεπηρέαστη από τον ενθουσιασμό γύρω της.
Λεξικό Δέντρο
stolidly
stolidness
stolid



























