stolid
sto
ˈstɒ
στο
lid
lɪd
λιντ
solid

Ορισμός και σημασία του "stolid"στα αγγλικά

01

ατάραχος, απαθής

staying calm and displaying little or no interest or emotions 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stolid
συγκριτικός βαθμός
more stolid
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, emotion, personality
Παραδείγματα
His stolid response to the news surprised everyone. 

Η ατάραχη αντίδρασή του στην είδηση εξέπληξε όλους.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

stolidly
stolidness
stolid
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store