Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stocking cap
01
σκούφος, μαλλινό σκούφος
a tight-fitting knitted cap that covers the head and ears, typically made of wool or acrylic material
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
stocking caps
LanGeek



























