stockbroker
stock
ˈstɒk
stok
bro
brəʊ
brew
ker

Ορισμός και σημασία του "stockbroker"στα αγγλικά

01

χρηματιστής, μεσίτης κεφαλαιαγοράς

a professional who buys and sells stocks, bonds, and other securities on behalf of clients, usually for a commission or fee 
stockbroker definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stockbrokers
Παραδείγματα
A stockbroker is a licensed professional who buys and sells stocks and other securities on behalf of clients, typically individuals or institutions. 

Ένας χρηματιστής είναι ένας άδειος επαγγελματίας που αγοράζει και πωλεί μετοχές και άλλα χρηματιστηριακά προϊόντα εκ μέρους πελατών, συνήθως ατόμων ή ιδρυμάτων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store