Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stipple
01
στιγματίζω, δημιουργώ εφέ πιτσιλισμάτων
produce a mottled effect
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stipple
γ΄ ενικό πρόσωπο
stipples
ενεστώτα μετοχή
stippling
απλός αόριστος
stippled
παθητική μετοχή
stippled
02
σκιαγραφώ με τελείες, χαράσσω με τελείες
engrave by means of dots and flicks
03
στιγματίζω, δημιουργώ σχέδιο με τελείες
to use small dots or markings to create a pattern or texture often to create shading and to add detail to a work of art
04
στιγματίζω, εφαρμόζω με μικρές κουκκίδες
apply (paint) in small dots or strokes



























