Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stinting
01
οικονομικός, φειδωλός
avoiding waste
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stinting
συγκριτικός βαθμός
more stinting
διαβαθμίσιμο



























