stimulated
stim
ˈstɪm
στιμ
u
γα
la
ˌleɪ
λει
ted
tɪd
τιντ
British pronunciation
/stˈɪmjʊlˌe‍ɪtɪd/

Ορισμός και σημασία του "stimulated"στα αγγλικά

stimulated
01

διεγερμένος, ξυπνημένος

getting emotionally awakened
example
Παραδείγματα
The new ideas presented in the workshop left everyone stimulated and motivated.
Οι νέες ιδέες που παρουσιάστηκαν στο εργαστήρι άφησαν όλους διεγερμένους και με κίνητρα.

Λεξικό Δέντρο

stimulated
stimulate
stimul
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

stars

app store