stimulated
sti
ˈstɪ
sti
mu
mjʊ
myoo
la
leɪ
lei
ted
tɪd
tid
simulated

Ορισμός και σημασία του "stimulated"στα αγγλικά

stimulated
01

διεγερμένος, ξυπνημένος

getting emotionally awakened 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stimulated
συγκριτικός βαθμός
more stimulated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt stimulated by the engaging discussion in class. 

Αισθάνθηκε διεγερμένη από τη συναρπαστική συζήτηση στην τάξη.

Λεξικό Δέντρο

stimulated
stimulate
stimul
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store