Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stimulated
01
διεγερμένος, ξυπνημένος
getting emotionally awakened
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stimulated
συγκριτικός βαθμός
more stimulated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She felt stimulated by the engaging discussion in class.
Αισθάνθηκε διεγερμένη από τη συναρπαστική συζήτηση στην τάξη.
Λεξικό Δέντρο
stimulated
stimulate
stimul



























