Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stimulated
01
διεγερμένος, ξυπνημένος
getting emotionally awakened
Παραδείγματα
The new ideas presented in the workshop left everyone stimulated and motivated.
Οι νέες ιδέες που παρουσιάστηκαν στο εργαστήρι άφησαν όλους διεγερμένους και με κίνητρα.
Λεξικό Δέντρο
stimulated
stimulate
stimul



























