sticking point
sti
ˈstɪ
sti
cking
kɪng
king
point
pɔɪnt
poynt

Ορισμός και σημασία του "sticking point"στα αγγλικά

Sticking point
01

σημείο τριβής, θέμα διαφωνίας

a subject or issue over which people disagree and therefore no progress can be made 
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sticking points
Παραδείγματα
The negotiations were going smoothly until they reached a sticking point concerning the distribution of profits. 

Οι διαπραγματεύσεις προχωρούσαν ομαλά μέχρι που έφτασαν σε ένα αδιέξοδο σχετικά με τη διανομή των κερδών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store