Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stick together
[phrase form: stick]
01
μένουμε ενωμένοι, κρατιόμαστε μαζί
to remain united or connected as a group, especially in difficult situations
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
together
βασικό ρήμα
stick
ενεστώτας
stick together
γ΄ ενικό πρόσωπο
sticks together
ενεστώτα μετοχή
sticking together
απλός αόριστος
stuck together
παθητική μετοχή
stuck together
Παραδείγματα
My friends and I will stick together no matter what.
Εγώ και οι φίλοι μου θα μείνουμε ενωμένοι ό,τι κι αν συμβεί.



























