Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Steward
01
αεροσυνοδός, στουάρδος
a person who attends to passengers on an airplane, train, or ship
02
διοικητής, επιμελητής
a person who manages and oversees the property, finances, or affairs of another person or organization
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stewards
Παραδείγματα
The steward meticulously managed the estate's finances and ensured all expenses were accounted for.
Ο επιτρόπος διαχειρίστηκε με σχολαστικότητα τις οικονομικές υποθέσεις της περιουσίας και εξασφάλισε ότι όλα τα έξοδα λογογραφούνταν.
03
συνδικαλιστικός εκπρόσωπος, αντιπρόσωπος των εργαζομένων
a union member who is elected to represent fellow workers in negotiating with management
04
επιμελητής, φύλακας
one having charge of buildings or grounds or animals
05
steward, αξιωματικός του πλοίου υπεύθυνος για τις προμήθειες και τις διατάξεις των γευμάτων
the ship's officer who is in charge of provisions and dining arrangements
06
διοικητής, επιμελητής
a person who is responsible for the care, management, or protection of something
Παραδείγματα
As a steward of the environment, she ensures the protection of natural resources.
Ως διαχειρίστρια του περιβάλλοντος, διασφαλίζει την προστασία των φυσικών πόρων.
Λεξικό Δέντρο
stewardship
steward



























