Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to step down
[phrase form: step]
01
παραιτούμαι, αποχωρώ
to voluntarily resign or retire from a job or position
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
step
ενεστώτας
step down
γ΄ ενικό πρόσωπο
steps down
ενεστώτα μετοχή
stepping down
απλός αόριστος
stepped down
παθητική μετοχή
stepped down
Παραδείγματα
The politician announced he would step down after the controversy.
Ο πολιτικός ανακοίνωσε ότι θα παραιτηθεί μετά τη διαμάχη.
02
μειώνω, ελαττώνω
to decrease the intensity, size, or scope of something
Transitive: to step down sth
Παραδείγματα
She stepped her involvement down in the project to focus on other priorities.
Μείωσε τη συμμετοχή της στο έργο για να επικεντρωθεί σε άλλες προτεραιότητες.



























