Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to step down
01
παραιτούμαι, αποχωρώ
to voluntarily resign or retire from a job or position
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
down
βασικό ρήμα
step
ενεστώτας
step down
γ΄ ενικό πρόσωπο
steps down
ενεστώτα μετοχή
stepping down
απλός αόριστος
stepped down
παθητική μετοχή
stepped down
Παραδείγματα
The CEO stepped down after successfully leading the company for many years.
Ο Διευθύνων Σύμβουλος παραιτήθηκε μετά από πολλά χρόνια επιτυχημένης ηγεσίας της εταιρείας.
02
μειώνω, ελαττώνω
to decrease the intensity, size, or scope of something
Transitive: to step down sth
Παραδείγματα
Due to the economic situation, the company had to step down its expansion plans.
Λόγω της οικονομικής κατάστασης, η εταιρεία αναγκάστηκε να μειώσει τα σχέδια επέκτασής της.



























