steeple
stee
ˈsti:
sti
ple
pəl
pēl
staplestipplestopple

Ορισμός και σημασία του "steeple"στα αγγλικά

01

καμπαναριό, αιχμή

a tall and pointed tower on a church, often topped by a spire 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
steeples

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store