Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Steeple
01
καμπαναριό, αιχμή
a tall and pointed tower on a church, often topped by a spire
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
steeples
LanGeek



























